σετ

I
(Sete). Πόλη της Ν. Γαλλίας και λιμάνι στον κόλπο του Λέοντα (50 000 κάτ.). Ανήκει στο νομό Ερώ (Heraut) και απέχει 25 χιλ. από το Μονπελιέ. Το λιμάνι της είναι το δεύτερο, μετά τη Μασαλία, σε εμπορική σημασία στη Μεσόγειο για τη Γαλλία. Εξάγονται κρασιά, φρούτα και ψάρια, και εισάγονται πετρελαιοειδή. Η Σ. έχει διυλιστήρια πετρελαίου και η βιομηχανία στην περιοχή είναι πολύ αναπτυγμένη. Κατασκευάζονται ηλεκτρικές συσκευές, φάρμακα κ.ά. Είναι η γενέτειρα του Πωλ Βαλερύ όπου και το ομώνυμο μουσείο.
II
Αναφέρεται και με το όνομα Σηθ. Αιγύπτιος θεός, ανταγωνιστής του Ώρου. Το ιερό ζώο του δεν έχει ταυτιστεί μέχρι σήμερα, αλλά παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά τυπικά του όνου και κατά πρώτο λόγο τη γονιμοποιό δύναμη. Στη μυθολογία είναι γιος του Σεβ και της Νουτ και κατά συνέπεια αδελφός του Όσιρη, τον οποίο σκότωσε με δόλο. Ως θεότητα του βασίλειου είναι αντιπρόσωπος της Άνω Αιγύπτου, σε αντίθεση με τον Ώρο, θεό της Κάτω Αιγύπτου. Αρχικά θεότητα τυφωνικού χαρακτήρα, θεός της θύελλας και της ερήμου, ταυτίστηκε αργότερα από ξένους λαούς με το Βάαλ. Η λατρεία του είχε ιδιαίτερη σημασία στην εποχή της εισβολής των Υξώς, που τον ταύτισαν με μια από τις θεότητες τους, κι αργότερα, επί IΘ’ και K’ δυναστείας. Ο Σ. θεωρήθηκε ολέθρια και ανόσια θεότητα επί KB’ δυναστείας, η ημέρα της γέννησης του κηρύχτηκε δυσοίωνη και καταδιώχτηκε η λατρεία του.
* * *
το, Ν
άκλ. (ξεν. λ.)
1. ονομασία καθενός από τα μέρη στα οποία υποδιαιρείται μια παρτίδα διαφόρων αθλημάτων, όπως λ.χ. τού βόλεϋ-μπολ, τού τένις, τού πινγκ-πονγκ
2. σύνολο ομοειδών πραγμάτων, σειρά («σετ ποτηριών»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. set].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τζετ-σετ — το, Ν άκλ. (ξεν.) ο κόσμος τής αριστοκρατίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. jet set «κόσμος τής αριστοκρατίας που συχνά ταξιδεύει με αεροπλάνο»] …   Dictionary of Greek

  • Νέφθυς — Αιγυπτιακή θεότητα κατά την αρχαιότητα. Ήταν κόρη του Σεβ (Γη) και της Νουτ (Ουρανού), σύζυγος του Σετ, από τον οποίο γέννησε τον Άνουβη, και αδελφή του Όσιρη και της Ίσιδας. Στον περίφημο μύθο του Όσιρη, ο οποίος κατατεμαχίστηκε από τον Σετ, η Ν …   Dictionary of Greek

  • Βαλερί, Πολ — (Paul Valéry, Σετ, Ερό 1871 – Παρίσι 1945). Γάλλος ποιητής. Σπούδασε στο Μονπελιέ και από το 1894 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τον Μαλαρμέ, ο οποίος επέδρασε αποφασιστικά στη διαμόρφωση του ταλέντου του. Με την Εισαγωγή στη μέθοδο… …   Dictionary of Greek

  • Demotic Greek — Not to be confused with Demotic (Egyptian). History of the Greek language (see also: Greek alphabet) Proto Greek (c. 3000–1600 BC) Mycenaean …   Wikipedia

  • Σηθ — Άγιος της Αν. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Ήταν γιος του Αδάμ, πατέρας του Ενώς και πρόγονος του Ιησού. Έζησε, κατά την Παλαιά Διαθήκη, 912 χρόνια. Η μνήμη του τιμάται την Κυριακή των Προπατόρων. * * * ο, ΝΑ μυθ.… …   Dictionary of Greek

  • άμορφη τέχνη — Ο όρος αναφέρεται στο ρεύμα που αρνείται τις θεωρητικές θέσεις της αφηρημένης τέχνης και γενικότερα την υποταγή του καλλιτεχνικού έργου σε οποιονδήποτε μορφολογικό προγραμματισμό. Σε θεωρητικό επίπεδο, υιοθετείται η απουσία κάθε περιορισμού, με… …   Dictionary of Greek

  • Ανταιόπολη — Αρχαία πόλη της Άνω Αιγύπτου στην ανατολική όχθη του Νείλου και πρωτεύουσα του Ανταιοπολίτη νομού.Ονομαζόταν και Ανταιούπολις ήΑνταίου πόλις ή Ανταίου κώμη, από τον γίγαντα Ανταίο, ο οποίος ταυτίστηκε από τους αρχαίους με τον αιγυπτιακό θεό που… …   Dictionary of Greek

  • Βιλάρ, Ζαν — (Jean Vilar, Σετ 1912 – 1970). Γάλλος σκηνοθέτης και ηθοποιός του θεάτρου. Μαθητής και συνεργάτης του Ντιλέν, ο Β. εμφανίστηκε αρχικά ως ηθοποιός και μόνο αργότερα επιδόθηκε στη σκηνοθεσία (1943). Το 1944 επιβλήθηκε οριστικά ως σκηνοθέτης. Το… …   Dictionary of Greek

  • βόλεϊ μπολ ή πετοσφαίριση — (volleyball). Αθλητικό αγώνισμα που παίζεται από δύο ομάδες, οι οποίες για να κερδίσουν πόντο πρέπει να πετάξουν την μπάλα από την άλλη πλευρά του φιλέ, έτσι ώστε αυτή να πέσει στο αντίπαλο γήπεδο αγγίζοντας το έδαφος ή αναγκάζοντας τους παίκτες… …   Dictionary of Greek

  • Κρούπα, Τζιν — (Gene Crupa, Σικάγο 1909 – Γιόνκερς 1973). Αμερικανός ντράμερ της τζαζ. Εμφανίστηκε σε μία εποχή όπου τα ντραμς αποτελούσαν ένα παραγνωρισμένο μουσικό όργανο, περιορισμένο σε αυστηρή ρυθμική συνοδεία. Η εκπληκτική τεχνική του κατάρτιση και οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.